12.4.14

Εξετάζοντας τους εκφυλιστικούς αντιθεσμούς και τα θέματα βιοηθικής που προκύπτουν από την θεωρία της “αποδόμησης” και τις μεταβολές του οικογενειακού δικαίου μέσω των νέων νομικώς εγκαθιδρυμένων μορφών φύλου όπως το “neutral gender” του φάσματος των lgbt ως ενιαία εφαρμογή πλάνων εταιριών γενετικά τροποποποιημένων τροφών και εφαρμογών ψυχοκυβερνητικής “psycho-cybernetic” που επιφέρουν την μεταλλακτική βιομηχανοποίηση της βιολογίας του Ανθρώπου



Το σκεπτικό του Επιχειρήματος των ομοφυλοφιλικών οργανώσεων και γενικότερα των lgbt - "lesbian gay bisexual, and transgender", καθώς και κοινοβουλευτικών κομμάτων που υποστηρίζουν σχετικές νομοθεσίες (σύναψης ελεύθερης συμβίωσης ή σύναψης γάμου με πολιτική ένωση ατόμων ίδιου φύλου με δικαίωμα στην υιοθεσία) αναφέρει ότι: «Η σύναψη γάμου ή συμφώνου συμβίωσης στη χώρα μας νοείται και επιτρέπεται μόνο μεταξύ ετερόφυλων ζευγαριών. Ως αποτέλεσμα, ένας σημαντικός αριθμός προσώπων αποκλείεται στην Ελλάδα από την άσκηση του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή, λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού ή της ταυτότητας φύλου».
Το άνωθεν απόσπασμα αποτελεί το εισαγωγικό απόσπασμα του Ά γενικού μέρους της πρότασης του “σύριζα”  για το «σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης».
Η εγκαθίδρυση νόμων για την πολιτική ένωση ατόμων του ίδιου φύλου βασίζεται στα πλαίσια διεύρυνσης της ήδη θεσμοθετημένης ισότητας και της «καταπολέμησης των διακρίσεων». 
Εντούτοις, αυτό το “νομικίστικο” επιχείρημα που αναφέρει τον αποκλεισμό ομοφυλόφιλων από την άσκηση του δικαιώματος στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή, λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού ή της ταυτότητας φύλου, δια της συγκρίσεως της άσκησης του δικαιώματος από τους ετεροφυλόφιλους, είναι ανατρέψιμο και η απόδειξη πως δεν νοείται γάμος μεταξύ ατόμων ίδιου φύλου βρίσκεται στην ανάδειξη και ανάλυση των κυριότερων δεδομένων χαρακτηριστικών τέλεσης του πολιτιστικού και θρησκευτικού θεσμού του γάμου, της έννοιας του θεσμού και στις εσωτερικές βιοκοινωνικές λειτουργίες που επικαλύπτει αλληλένδετα με τη βιολογική οικογένεια.
Ο τομέας του θρησκευτικού περιεχομένου ως προς τις οριοθετήσεις είναι μέχρι της παρούσης δεδομένος με την ορθόδοξη εκκλησία να απορρίπτει την τελετή γάμου, ήτοι θρησκευτική ένωση μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου, ωστόσο αντιστοίχως είναι δεδομένη και από τους υποστηρικτές εγκαθίδρυσης του γάμου μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου η νομική διέξοδος, όπως μέσω των πολιτικών ενώσεων και συμφώνων συμβίωσης που έχουν θεσμοθετηθεί σε διάφορα κράτη της Ε.Ε. και ΗΠΑ. Κατά συνέπεια ο αποκλεισμός στον θρησκευτικό θεσμό δεν έχει καμία σημασία για τους ομοφυλόφιλους, ούτε μπορεί να αποκλείσει επιβαλλόμενες και εξελισσόμενες νομικές και πολιτιστικές μεταβολές περιφερειακά της εκκλησίας.
Επ΄ αυτού ο θεσμός του γάμου ιστορικώς και ως προς την έννοια του επικαλύπτει τις αναπαραγωγικές ιδιότητες και ουσιαστικές λειτουργίες του ανθρωπίνου είδους.
Η θρησκευτική τελετή είναι μια πολιτιστική-θρησκευτική επικάλυψη στον πυρήνα δομικής αναπαραγωγικής φυσικής λειτουργίας των γενετήσιων αναπαραγωγικών ρόλων ανδρός και γυναικός.
Επιπροσθέτως, σε νομικό επίπεδο ο θεσμός του γάμου και το δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή δεν αποτελούν, ή δεν θα πρέπει να αποτελούν απροσδιόριστες νομικές ορολογίες έχοντας σαν αποτέλεσμα διασταλτικά να τροποποιούνται και να ερμηνεύονται “επίπεδα” και εντελώς επιφανειακά μέσω του σκεπτικού περί “καταπολέμησης των διακρίσεων”.
Ο Γάμος και κατ΄ επέκταση το δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή δεν περιγράφει και δεν επικαλύπτει αορίστως σαρκικές σχέσεις ή συμβιώσεις, αλλά επιστεγάζει ως θρησκευτικο-πολιτιστική τελετή και ως νομικός συνταγματικός θεσμός τις βασικές γενετήσιες και βιοκοινωνικές λειτουργίες που συνοψίζονται δια της τελετής και νομικής πράξης.
Ενταύθα, το εσωτερικό περιεχόμενο της βιοκοινωνικής λειτουργίας, αναφέρονται στην βαθύτερη δομή του πολιτισμού και της εκ φύσεως οργάνωσης και των ρόλων μεταξύ των μελών κοινωνιών φυλετικών Ανθρώπων που ορίζονται και διαιωνίζονται δια των βιολογικών πνευματικών – ψυχοδιανοητικών λειτουργιών βασισμένα στις φυσικές γενετήσιες διαφοροποιήσεις των δύο φύλων (γένη Άρρεν και θήλυ).

Οι φυσικές βιοκοινωνικές αρχές που διέπουν δεδομένα τον Ανθρώπινο πολιτισμό, πρέπει να ορίζονται χωρίς αποκλίσεις, και χωρίς ασάφειες και παρερμηνείες στα νομικά τμήματα που αφορούν τον θεσμό του γάμου και το δικαίωμα πρόσβασης στην οικογενειακή ζωή. 
Η νομική ερμηνευτική αντίληψη που επιδιώκει και αξιώνει την πρόσβαση ομοφυλόφιλων στον θεσμό του γάμου δεν είναι ευθυγραμμισμένη και εναρμονισμένη με το σύνολο των βαθύτερων εννοιών και λεπτομερών βιοκοινωνικών λειτουργιών του πολιτισμού σε σχέση με τις ρυθμίσεις του νόμου που αρχέγονα και θεμελιωδώς σε όλα τα τμήματα δικαίου θα πρέπει να βασίζεται στην αμφιγονική λειτουργία και σύζευξη των δύο φύλων που επιστεγάστηκε από την πολιτιστική και θρησκευτική τελετή και νομική περιγραφή του γάμου που στην ουσία του συγκροτεί δομικό μείζονος σημασίας θεσμικό τμήμα  του πολιτισμού φυλετικών Ανθρώπων και των εν γένει  συγκληρώσεως υγιούς  τεκνογονικού  βίου ετεροφυλόφιλων Ανθρώπων συνδεόμενα του σκοπού της γέννησης τέκνων – κατιόντων βιολογικών μελών.

Παρεμπιπτόντως, οι οργανώσεις δικαιωμάτων αξιώνοντας ίση ρύθμιση στο θέμα πρόσβασης και ασκήσεως του δικαιώματος στην οικογενειακή ζωή ως προσομοίωση γάμου για ομοφυλόφιλους, είναι σαν να απαιτούν δια της νομικής οδού την ταύτιση ανόμοιων πραγμάτων, καθώς και τον βιοκοινωνικό εσωτερικό μετασχηματισμό των ομοφυλόφιλων συνδεόμενα της ιδιοσυγκρασίας τους, σε ετεροφυλόφιλους. Ως διεκδίκηση είναι ιδιαίτερα οξύμωρη και παράδοξη που επιφέρει δολίως στην πραγματικότητα με την θεσμοθέτηση τέτοιων νομοσχεδίων την αλλοίωση του θεσμού με τον εμβόλιμο ολικό μετασχηματισμό του οικογενειακού δικαίου συμπαρασύροντας όλα τα τμήματα δικαίου.

Οι “ίσες ρυθμίσεις” έχουν κοινό σημείο αναφοράς με τις διεκδικήσεις του φεμινιστικού κινήματος σε σχέση με τη διεύρυνση της ισότητας και της εισαγωγής (όσον αφορά δε τις μεταβολές εν Ελλάδι) του άρθρου 116 που επιτρέπει ανισότητες εις βάρος του ανδρικού φύλου για να επιτευχθεί η ισότητα έχοντας εφαρμοστικές αναλογίες με τη θεωρία της φεμινιστικής “αποδόμησης” και συναφώς της καταπολέμησης του σεξισμού
Η θεωρία της “αποδόμησης” και της καταπολέμησης του σεξισμού συνεπάγεται με την νομική προώθηση αλλά και βιολογική – υβριδική εγκαθίδρυση ενός ανδρογύνου και «άφυλου – εκ-φυλου» απροσδιόριστου είδους εν πρώτοις νομικού φύλου (τρίτου – ουδέτερου φύλου και φύλου δηλωμένο κατ’ επιλογή και “αυτοπροσδιορισμό” κτλ) δια της απαγορεύσεως διάκρισης των φύλων, αλλά και άρνησης των διακριτών βιολογικών διαφοροποιήσεων μεταξύ ανδρών και γυναικών. 

Σε γενικές γραμμές εκ των νομικών οδηγιών περί εξάλειψης των διακρίσεων, θα ανέλθουν θέματα με τον ανάλογο αντίκτυπο μετασχηματισμού σε όλους τους παιδαγωγικούς και εκπαιδευτικούς τομείς, ενώ ακόμα θα προωθηθούν απαιτήσεις που κατανέμονται σε θέματα βιοηθικής.
Η θεσμοθέτηση γάμου μεταξύ αμφιφυλόφιλων και ομοφυλόφιλων γυναικών και ανδρών ή άλλου επινοημένου τύπου φύλου συνεπάγεται με την σταδιακή εγκαθίδρυση αντι-θεσμών εμπεριέχοντας προγραμματισμένα όσον αφορά τις νομικές και πολιτιστικές αλλαγές, την νομική κατάργηση των φύλων, αλλά και των εννοιών και όρων “πατέρας” “μητέρα”, και αντικατάστασης τους από τα “γονεϊκά μέρη” ώστε να περιγράφονται και να καλύπτονται νομικώς, καθώς και να μην υπόκεινται σε “διακρίσεις” άτομα απροσδιόριστου φύλου (όπως transsexual) ή ομοφυλόφιλοι άνδρες  ή γυναίκες που ως ζευγάρια ίδιου φύλου έχουν χρησιμοποιήσει παρένθετες μητέρες για κυοφορία, υιοθετήσει, ή γεννήσει με τεχνητούς τρόπους τέκνο.

Εξ αυτών των πτυχών και των μεταβολών δικαίου εγκαθιδρύονται οι προκύπτοντες υβριδικοί αντι-θεσμοί της lgtb ατζέντας που υιοθετούν μεν τις νομικές ορολογίες τις οποίες επικαλούνται τα μέλη της όπως το δικαίωμα στο γάμο και στην οικογενειακή ζωή, χρησιμοποιώντας δηλαδή ως βατήρα τις νομικές ορολογίες και τα τμήματα δικαίου που αφορούν την προστασία της οικογενειακής ζωής καθώς και τις αρχικές νομοθεσίες νομιμοποίησης γάμων ομοφυλόφιλων, αλλά όσον αφορά ιδίως αυτό το συγκεκριμένο τμήμα δικαίου, οι λειτουργίες των μελών των lgbt δεν αντιστοιχούν δομικά και λειτουργικά με τους φυσικούς τεκνογονικούς ρόλους των δύο φύλων, τα ιστορικά χαρακτηριστικά του θεσμού του γάμου και της βιολογικής “πυρηνικής” οικογένειας.
Το αποτέλεσμα επιφέρει τμηματική και ολοκληρωτική απαγόρευση και αντικατάσταση του περιεχομένου, των όρων, των νοημάτων και του ουσιαστικού περιεχομένου του πρωταρχικού θεσμού και των φυσικών χαρακτηριστικών και υποβάθρου με όλες τις βιοκοινωνικές αποδομητικές προεκτάσεις στο όνομα της “ανοχής”  ή  της «καταπολέμησης των διακρίσεων» και του «σεξισμού» ή του  φυλετισμού βάσει της εφαρμογής και του ψευδούς καταμερισμού της πολιτικής ορθότητας επινόησης και ανάδειξης "μειονοτικών ομάδων”, συμπεριλαμβάνοντας λαθρομετανάστες, φεμινίστριες, ομοφυλόφιλους, trancesexual, δηλαδή το φάσμα διεκδικήσεων επί τω πλείστων των lgbt ως ειδικές υπερπροστατευόμενες νομικώς και πολιτιστικώς κατανεμημένες κατηγορίες.
Έκτοτε μέχρι και σήμερα παγκοσμίως για τον σκοπό αυτό προβάλλονται κατά κόρον προπαγανδιστικά ορισμένες αρνητικά φορτισμένες και άκρως δυσφημιστικές λέξεις  (όπως φασισμός, διακρίσεις, σεξισμός, ξενοφοβία, ρατσισμός ομοφοβία αντισημιτισμός κτλ) ως κενός συνθηματικός καταγγελτικός λόγος ενός γλωσσολογικού συστήματος με το περιεχόμενό των λέξεων που χρησιμοποιούνται ως πολιτικοκοινωνικά στίγματα να είναι ασαφές, σκοπίμως υπέρμετρα διευρυμένο, αποδίδοντας απλώς έναν χαρακτήρα παρανοϊκής κατευθυνόμενης και επιλεκτικής αντιστροφής.
Το κίνητρο και τα σκεπτικό για την προστασία κατηγοριών πολιτιστικών “μειονοτήτων” εντοπίζεται στον καταμερισμό της πολιτικής ορθότητας ξεκινώντας πριν μερικές δεκαετίες στις Η.Π.Α αφού μεταφέρθηκε από την Ευρώπη και τη σχολή της Φρανκφούρτης. http://diasvsmetatron-plegma.blogspot.gr/2013/12/blog-post.html
Εφαρμόστηκε ως απόπειρα της καταπολέμησης των διακρίσεων κατά των αφροαμερικάνων στις Η.Π.Α, συμπεριλαμβάνοντας έκτοτε λαθρομετανάστες, εβραίους ως ειδική περίπτωση, φεμινίστριες και ομοφυλόφιλους και κάποιες θρησκευτικοφυλετικές ομάδες.
Συγκεκριμένα το κίνητρο εφαρμογής συμπεριλάμβανε την εισαγωγή «ουδέτερων» τρόπων περιγραφής με την περικοπή φράσεων που αναδεικνύουν και εστιάζουν σε φυλετικές και θρησκευτικές εμφανείς ιδιότητες. 
Για παράδειγμα, αντί της φράσης “μαύρος” παρέμβαλε η φράση “έγχρωμος”, κάτι που δεν κίνησε τις υποψίες για τα πραγματικά κίνητρα εγκαθίδρυσης του συστήματος της πολιτικής ορθότητας και τις εκτροπές που θα αναδύονταν.
Η φράση “μαύρος” μπορεί να κριθεί κατά την εκφορά της ως αξιόποινη πράξη με νομικό σκεπτικό της «υποκίνησης ρατσισμού» που δεν διαχωρίζει περιφερειακώς κακόβουλα κίνητρα και πράξεις που εκλαμβάνονται με σαφήνεια ως αξιόποινες με την ερμηνευτική κρίση βάσει παραδοσιακού αστικού και ποινικού δικαίου.
Περαιτέρω, η πολιτική ορθότητα επεκτείνεται και στην ποινικοποίηση και κατάργηση λέξεων όπως άνδρας - γυναικά -  πατέρας – μητέρα. Ποινικοποιούνται τεχνηέντως έννοιες συνυφασμένα των πολιτιστικών και βιολογικών ιδιοτήτων και λειτουργιών τους που σημαίνει πως ποινικοποιούνται και οι βιοκοινωνικοί ρόλοι εντός της κοινωνίας παραλλήλως της κατάργησης και ποινικοποίησης λέξεων που περιγράφουν και συνοψίζουν τους ρόλους και λειτουργίες συνδεόμενες φύλων – γένους.
Εντούτοις, σε σχέση με τα άνωθι, η αντιφατικότητα και η εγκληματική μεθόδευση των νομοθετών και των δικαστών που κρίνουν με το σκεπτικό της πολιτικής ορθότητας εντοπίζεται υπό διαφορετική οπτική γωνία στην απαγόρευση και ποινικοποίηση φράσεων με μεροληπτική οπτική γωνία και κατάταξη που χρησιμοποιούνται ως περιγραφικοί χαρακτηρισμοί κάποιας θρησκευτικοφυλετικής ομάδας.
Στην Ιταλία δικάζεται ένας πολιτικός για «υποκίνηση ρατσισμού», αφού είπε σε ένα συνέδριο του κόμματος ότι ο Ιταλός πρωθυπουργός Mario Monti και η κυβέρνησή του είναι εκφραστές της Εβραιο-Μασονικής εξουσίας. Σε απάντηση στις επικρίσεις από την εβραϊκή κοινότητα,  επανέλαβε ότι η παγκόσμια οικονομική δύναμη βρίσκεται στα χέρια των Εβραιο-Μασόνων. Προφανώς έγινε χωρίς κάποιους φυλετιστικούς εστιασμούς και συγκριτισμούς φυλετικής “ανωτερότητας” και “κατωτερότητας”. Στη δίκη προέκυψε και άλλη καταγγελία για «ρατσισμό», αυτή τη φορά κατά του δικηγόρου του, επειδή ανέφερε συνεχώς τον δικηγόρο της εβραϊκής κοινότητας, ως «Εβραίο». Σχετικό άρθρο: http://redskywarning.blogspot.gr/2013/11/blog-post_6693.html
Είναι πολύ σημαντικό να  αναφερθεί πως για να καταστεί και να οριστεί σε σχέση με τη δημόσια εκφορά μια λέξη και προεκτεινόμενα μια έννοια ως αξιόποινη κατά την αναφορά απο κάποιο πρόσωπο προς άλλο, πρέπει να θεωρείται ως κάτι το καταδικαστέο το περιεχόμενο του νοήματος συνδεόμενα συνολικώς ιδιοτήτων, πραγμάτων και πράξεων τελούμενων από πρόσωπα, που ταυτίζονται άμεσα με παραβατικές συμπεριφορές ή με καταστάσεις υποτιμητικού και προσβλητικού ή δυσφημιστικού χαρακτήρα οι οποίες από τον παραδοσιακό πολιτισμό ανέκαθεν απομονώνονται και συνάμα διώκονται συγκεκριμένα πρόσωπα που τελούν παραβατικές πράξεις βάσει του σκεπτικού παραδοσιακού δικαίου.
Αυτό σημαίνει πως πρέπει να υπάρχει ταύτιση των ιδιοτήτων αυτού που περιγράφει η λέξη ή εμπεριέχει η έννοια. Επομένως ο τρόπος λειτουργίας σε νομική εφαρμογή της πολιτικής ορθότητας (της αποδόμησης) αποδεικνύεται ως αντιφατικός μέσω της επιλεκτικής κριτικής και χωρίς ορθή σύνδεση μεταξύ του νοηματικού περιεχομένου που συνοψίζεται σε μια λεξη και των ιδιοτήτων και καταστάσεων σε επίπεδο δικαστικού διακρατικού πραξικοπήματος που εμπεριέχει και την φίμωση της ελευθερίας του λόγου με κοινωνικά εκπαιδευτικά και πολιτιστικά καταστροφικά αποτελέσματα.
Η πολιτική ορθότητα μεθοδεύει να καταργηθούν έννοιες και τα από κοινού δομικά τμήματα παραδοσιακών κοινωνικών δομών και ιδιότητες και να αντικατασταθούν από λεκτικά εφευρήματα που συνδέονται τεχνητά με άλλες  ιδιότητες  και δομές, ήτοι αντι-θεσμούς.
Επομένως αποδεικνύεται πως και τα τυποποιημένα αντιρατσιστικά νομοσχέδια στηρίζονται ως προς την εφαρμογή τους σε έναν συνδυασμό παρανοϊκών αντιλήψεων και διαστροφών επί των εννοιών, με αποτέλεσμα τα φυλετικά χαρακτηριστικά να μετατρέπονται αυτομάτως σε κάτι το αξιόποινο σε σχέση με την πολιτιστική και νομική θεώρηση της πολιτικής ορθότητας.
Απλώς λειτουργικά η ερμηνευτική κρίση του δικαστή είναι μεροληπτική ως προς τις οριοθετήσεις κατήγορου και κατηγορουμένου, ήτοι ατόμου που φέρει χαρακτηριστικά σχηματιζόμενης και εκλαμβανόμενης μειονότητας και ατόμου που δεν είναι ομοφυλόφιλος, ή εβραίος, ή “μαύρος", με τη διαφορά σε αυτές τις περιπτώσεις καταδικάζεται αυτός που περιγράφει μέσω κάποιων λέξεων κάποια χαρακτηριστικά και ιδιότητες σχηματιζόμενων μειονοτικών ομάδων. 
 Σύμφωνα με την ατζέντα της πολιτικής ορθότητας για την κατάργηση του φύλου και της φυλής θέτονται υπό ποινικοποίηση οι ανήκοντες και έχοντες ιδιότητες φυλών ως διακρινόμενοι σε φύλα - γένη εντός των φυλών τους.
Επομένως, το να είναι κάποιος άνδρας, ή γυναίκα μετατρέπεται ταυτοχρόνως σε κάτι το αξιόποινο ως “σεξιστικό” και αυτές οι διακριτές ιδιότητες (του σεξισμού που συγκοινωνεί με την έννοια του φυλετισμού) για την πολιτική ορθότητα πρέπει να καταργηθούν ή να διωχθούν, ή κατ΄ επιλογή άλλες ιδιότητες προστατεύονται κατά τη κεκαλυμμένη δομή του σκεπτικού εν είδη προστασίας ζώων μεταξύ ανώτερων ειδών και ιδιοτήτων.
Ο λόγος αυτής της εκτροπής και των ποινικοποιήσεων καταστάσεων και ιδιοτήτων και συνδεόμενων φράσεων που κανονικώς δεν είναι αξιόποινες αντιστοιχεί στα πραγματικά εσωτερικά και βαθύτερα κίνητρα της αποδόμησης του φύλου και συνολικώς της ποινικοποίησης κάθε φυλής και διακριτών ρόλων εντός αυτής για την εγκαθίδρυση αντιθεσμών που θα καλύπτουν την ανάδειξη και επικράτηση ατόμων μη προσδιορίσιμων φυλετικώς ως προς το γένος και την καταγωγή και τις γενετήσιες λειτουργίες και έλξεις ως απεικόνιση, σύμπτυξη και υπερπροώθηση προς επικράτηση των χαρακτηριστικών  των “μειονοτικών ομάδων” με την ίδια μέθοδο άλλωστε που ο φεμινισμός από κοινού με τον σοσιαλισμό κατέταξε σε μειονοτική ομάδα τη γυναίκα.
Αναφορικώς, η Shulamith Firestone, μια διανοητικά διαταραγμένη Εβραιο-Αμερικάνα είχε επιτεθεί στη βάση της ανθρώπινης ζωής και της αναπαραγωγικής διαδικασίας αρνούμενη τις διαφοροποιήσεις των γεννητικών οργάνων των δύο φύλων και υποστηρίζοντας την τεχνητή αναπαραγωγή. Η Firestone απέκτησε φήμη το 1970 με το βιβλίο της «Η Διαλεκτική του Σεξ», στο οποίο προβλέπει ότι το φύλο, ο γάμος και η οικογένεια θα εξαφανιστούν, η αναπαραγωγή θα πρέπει να διαχωριστεί από το φύλο και η σύλληψη θα μπορούσε να επιτευχθεί μέσω της τεχνητής γονιμοποίησης και η κύηση να λαμβάνει χώρα έξω από το σώμα σε μια τεχνητή μήτρα. Σχετικό άρθρο:http://redskywarning.blogspot.gr/2012/09/shulamith-firestone.html


Ο φεμινισμός απαίτησε την εισαγωγή της ισότητας στα συντάγματα κάθε χώρας φέρνοντας άμεσα αλλαγές στο οικογενειακό δίκαιο με παραγκώνιση  της πατρικής εξουσίας που αποτέλεσε τη βάση των απαιτήσεων και των lgbt για τις επιπλέον αλλαγές στο οικογενειακό δίκαιο και την παραγκώνιση πλέον της βιολογικής οικογένειας. Σε αυτά συνυπολογίζονται και τα πολυπολιτισμικά μοντέλα  με αναίρεση και των φυλετικών ιδιοτήτων των εθνών και των κυρίαρχων θρησκειών κάθε χώρας.  
Οι συνέπειες ισχύος της ισότητας και τα χαρακτηριστικά των μειονοτικών ομάδων και κατηγοριών είναι και έχουν ως εξής:
- Την αποδόμηση και αντικατάσταση της βιολογικής “πυρηνικής” οικογένειας με άλλα πρότυπα συμβιώσεων ατόμων απροσδιόριστου φύλου εξαιτίας των ομοφυλοφιλικών διεκδικήσεων σε θέματα γάμου.
-Την αποδόμηση της έννοιας συγκροτημένης φυλετικής διαιώνισης δια του γάμου και τη διάβρωση των πολιτισμικών και βιοκοινωνικών πλαισίων συγκροτήσεως Έθνους κράτους εξαιτίας των επιβαλλόμενων πολυπολιτισμικών προωθούμενων μοντέλων που αναιρούν τη φυλετική διαιώνιση.
-Την αποδόμηση και υποβάθμιση του φυλετικού ανδρός εξαιτίας της ισχύος της ισότητας.
-Την γενοκτονική αντιφυλετική αποδόμηση των φυλετικών εθνικών κοινωνιών σε ευρύτερο επίπεδο εξαιτίας της ισότητας και της επιλεκτικής και κατευθυνόμενης διασταλτικότητας ή και απαγόρευσης των ατομικών δικαιωμάτων φυλετικών ανθρώπων προς όφελος των σχηματιζόμενων άφυλων μειονοτικών ομάδων και κοινωνιών.
-Την αναίρεση, και εγκληματική αντιρατσιστική και αντιφυλετική κατάργηση και μετατόπιση κάθε δομικού πολιτιστικού και βιολογικού στοιχείου που συνθέτει τις ιδιότητες των φυλών και την αλληλεπιδραστική σχέση τεκνογονικής φύσεως των δύο φύλων.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο πως η καταπολέμηση του «ρατσισμού» στα πλαίσια επιβολής της πολιτικής ορθότητας συνδυάζεται με την άρνηση της ύπαρξης των γενών – φύλων και φυλών-ρατσών, προωθούμενη και φερόμενη υπό αντισεξιστική και αντιφυλετική σκοπιά αντιστοίχως εναντίον του λευκού φυλετικού ανδρός και της λευκής φυλετικής γυναίκας και της βιολογικής οικογένειας, κατανέμοντας στο πεδίο αντιρατσιστικής και αντισεξιστικής  κριτικής  συνάμα και τον ετεροφυλόφιλο άνδρα κάθε φυλής. 
Οι προκύπτοντες αντι-θεσμοί που εγκαθίστανται εντός του οικογενειακού δικαίου μέσα από το πρίσμα και τη διασταλτική ερμηνεία των “ατομικών ελευθεριών” επικεντρωμένα κυρίως στο θέμα του γάμου μεταξύ ομοφυλόφιλων προμηνύουν εμφανέστατα την αλλοίωση της διαδικασίας διαιώνισης του Ανθρωπίνου είδους επιφέροντας μετάλλαξη επί της δομικής βιοκοινωνικής λειτουργίας του ιδίου του Ανθρώπινου πολιτισμού και των επί μέρους πολιτιστικών χαρακτηριστικών και διαφοροποιήσεων κάθε φυλής. Όπως ο πολιτισμός με κάθε έννοια που θα μπορούσε να προσδοθεί οφείλεται ως προς την ανάπτυξη και διαχρονική επικράτηση του δεδομένα στην φυσική διαιώνιση των μελών – λειτουργών ως κύτταρα του, έτσι και οι διαφορετικές πολιτισμικές ρίζες και φυλετικές ιδιορρυθμίες θα οφείλονται αρχέγονα σε δεδομένες διαφορετικές φυλετικές ρίζες.

Το σκεπτικό της “αποδόμησης” και συναφώς της “καταπολέμησης των διακρίσεων” αποτελεί τμήμα κριτικών θεωριών φεμινιστικής προέλευσης για την διασταλτική ερμηνεία εστιασμένα επί μέρους ή γενικώς στα πεδία ατομικών ελευθεριών που επιφέρει  ταυτοχρόνως περιορισμό σε τμήματα εξ΄ αυτών, όπως στην για παράδειγμα στην ελευθερία του λόγου εις βάρος ατόμων που δεν ανήκουν στις λεγόμενες μειονοτικές ομάδες και επί του θέματος, στην προκειμένη περίπτωση επιφέρει την ανθρωπολογική κατάργηση των φύλων.

Ο τρόπος ρύθμισης της πρόσβασης των μειονοτικών ομάδων στα ατομικά δικαιώματα και η ποινικοποίηση πράξεων ή λόγων που δεν ήταν πριν παράνομες σκιαγραφεί το σκεπτικό της σοσιαλοφεμινιστικής πολιτικής ορθότητας δεδομένου πως στο αστικό δίκαιο περιγράφονται οι νόμοι που διέπουν σχέσεις Ανθρώπων και αγαθών ενώ με την υπερψήφιση νομοσχεδίων όπως σχετικά με γάμους ατόμου ίδιου φύλου θα μεταβάλλεται η θεώρηση και ο προσδιορισμός και η αποδεικτική διαδικασία για το τι είναι και δεν είναι ποινικά κολάσιμη πράξη καθώς και πράξεις που δεν θεωρούνταν αξιόποινες θεωρούνται μετέπειτα ως αξιόποινες αφού οι μεταβολές στο αστικό δίκαιο μεταβάλλουν και το ποινικό τμήμα. Εν ολίγοις, το αποτέλεσμα είναι η σταδιακή εγκαθίδρυση ενός πραξικοπηματικού διεθνούς τυποποιημένου συστήματος ποινικοποίησης της σκέψης και υπερπροστασίας των λεγόμενων μειονοτικών ομάδων και αυτός ο τρόπος μεταβολής του δικαίου σκιαγραφεί τις παρεμβάσεις της πολιτικής ορθότητας και τις νομοθετικές της εκφάνσεις.

Προκύπτουν επαγωγικά επί μέρους ερωτήματα που θα πρέπει να απαντηθούν σε σχέση με τις αλλαγές που επέρχονται στον αστικό κώδικα με την πρόσβαση των ομοφυλόφιλων στο δικαίωμα γάμου ή παραπλήσια σε κάθε είδους νομικής πράξης που προσομοιάζει γάμο και επιτρέπει και την υιοθεσία. 

Είναι γεγονός πως σε αρκετά κράτη οι νομοθέτες δεν είχαν προβλέψει πως θα απαιτούνταν από ομοφυλόφιλους η πρόσβαση στο δικαίωμα του γάμου διότι ήταν αυτονόητο πολιτισμικά και βιολογικά πως το συγκεκριμένο τμήμα δικαίου αναφέρεται μόνο σε ετεροφυλόφιλους, με αποτέλεσμα σε σχετικά άρθρα του νόμου σε πολλά κράτη να υφίστανται στις διατυπώσεις ασάφειες και ελλείψεις ως προς την φυσική διάκριση των φύλων που τελούν γάμο.
Στο άρθρο 21 του Ελληνικού συντάγματος αναφέρει όσον αφορά την πρώτη παράγραφο (αν και δολίως σε αυτό το άρθρο δεν αναφέρεται η προστασία της πατρότητας) πώς η οικογένεια, ως θεμέλιο της συντήρησης και προαγωγής του Έθνους, καθώς και ο γάμος, η μητρότητα και η παιδική ηλικία τελούν υπό την προστασία του Κράτους.
Οι ομοφυλόφιλοι έχουν χρησιμοποιήσει αυτές τις ασάφειες για την προώθηση και αξίωση πρόσβασης στο δικαίωμα γάμου μεταξύ τους, καθώς και αρκετούς επιφανειακούς μη αναλυτικούς ορισμούς και ερμηνείες της οικογένειας παρμένες από νομικούς οδηγούς και συγγράμματα οικογενειακού δικαίου όσον αφορά τον ορισμό του γάμου και τις διατυπώσεις κοινωνικών δικαιωμάτων και της προστασίας του γάμου.
Εντούτοις, οι περιγραφικές και ερμηνευτικές προσεγγίσεις διαφέρουν εξαιτίας προφανώς διαφοροποιημένων πολιτικών πεποιθήσεων των συγγραφέων και εξωτερικής προπαγανδιστικής αποδόσεως και σκοπιμότητας, που τείνουν περισσότερο πολλές περιγραφές, ερμηνείες και αποδόσεις να αποδίδουν απλώς την αλληλεγγύη και αλληλοϋποστήριξη μεταξύ μελών μιας “οικιακής μονάδος” αντί της ουσίας  και του τεκνογονικού σκοπού του θεσμού του γάμου.

Οι οργανώσεις που προωθούν νομοθεσίες για γάμους μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου επιδιώκουν να ορίζεται και να αποδίδεται η οικογένεια “μηχανιστικά” και επιφανειακά, ήτοι ως ένα μεταμοντέρνο νεοπολιτιστικό οικονομικό κύτταρο στο οποίο αλληλοϋποστηρίζονται τα εντός του χωρίς διακριτούς ρόλους μέλη μικροοικονομικά, και ασκώντας μεταξύ τους συμβολαιογραφικές πράξεις κτλ, ως προσομοίωση οικογένειας.
Συν τοις άλλοις λόγω προσομοίωσης με οικογένεια και άρα της ίσης μεταχείρισης σε σχέση με όλα τα άρθρα κοινωνικών δικαιωμάτων και ελευθεριών που επέρχεται με υπερψήφιση τέτοιων νομοθεσιών, επιδιώκουν την πρόσβαση στην υιοθεσία και την απόκτηση τέκνου με τεχνητές μεθόδους απορρίπτοντας τις βιοκοινωνικές και πολιτιστικές διαστάσεις και τον ουσιαστικό φυσικό ρόλο των μελών αντίθετου φύλου της “πυρηνικής” παραδοσιακής οικογένειας.

Η απόρριψη και η νομική θεωρητική στρεύλωση των πολιτιστικών διαστάσεων και των ουσιαστικών ρόλων της τεκνογονικής φύσης των μελών αντίθετου φύλου εντοπίζεται στις σχολές κοινωνιολογίας και ισότητας εντός των πανεπιστημίων.
Μέσα από τις σχολές φύλου και ισότητας και τις τάσεις της κοινωνιολογίας μεθοδεύεται και προάγεται η αποδόμηση των φύλων και της “πυρηνικής” οικογένειας με σύνηθες υπόβαθρο τα προπαγανδιστικά συγγράμματα κριτικών θεωριών φεμινιστριών που εξάγονται μετασχηματισμένα εν είδη βιομηχανίας με μορφή νομοθετικής προώθησης πολιτικού και κοινωνιολογικού ζητήματος ίσης μεταχείρισης βασισμένα στους τομείς και τις ερμηνείες των ατομικών ελευθεριών και στην ισότητα, σαν ευρέως επισημοποιημένη έκφανση πολιτικών αξιώσεων για τις οποίες κατασκευάζονται από τις προσκείμενες νομοπαρασκευαστικές επιτροπές προσχέδια νόμου, εγκύκλιοι και τροπολογίες προς υπερψήφιση και εγκαθίδρυση της lgbt ατζέντας εκ παραλλήλου αντιρατσιστικού περιεχομένου νομοσχεδίων.
Τις τελευταίες δεκαετίες που εισήχθη γενικευμένα και η πολυπολιτισμική προώθηση διαφάνηκε πως η βασική ιδέα της “αποδόμησης” και των φεμινιστικών κριτικών είναι ότι η καταπολέμηση του «ρατσισμού» συνεπάγεται της άρνησης ύπαρξης των φυλών στο ίδιο πνεύμα της καταπολέμηση ενάντια στον «σεξισμό» που οδηγεί συνδυαστικά ενιαία στην άρνηση της ύπαρξης των δύο φύλων.
Η φεμινιστική επιδίωξη κατάργησης τους και ιδίως μέσω της αποδόμησης του φυλετικού ανδρός, αποσκοπεί στην εγκαθίδρυση νέων μορφών νομικών φύλων από κοινού για τις φεμινιστικές οργανώσεις και των lgbt ατόμων πάνω σε θεωρητικές πλατφόρμες ισότητας και “καταπολέμησης των διακρίσεων” ή των “έμμεσων διακρίσεων”.
Ένα συμπέρασμα που προκύπτει είναι πώς μέσω ενεργοποίησης τέτοιων νομοσχεδίων συμμετέχουν και αποκτούν πρόσβαση στο δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή άτομα απροσδιόριστου νομικού φύλου τα οποία είναι οργανικώς ασύμβατα με τη βιολογική διάκριση των φύλων και τους θεμελιώδεις δομικούς αναπαραγωγικούς γενετήσιους ρόλους της “πυρηνικής” βιολογικής οικογένειας.

Τουτέστιν, αν και τα ομοφυλόφιλα άτομα χρησιμοποιούν επί ίσους όρους το δικαίωμα στον γάμο και στην υιοθεσία, αδυνατούν ουσιαστικώς να αποτελέσουν από ανθρωπολογικής άποψης φυσικό οικογενειακό κύτταρο, έχοντας καταφανώς αποτέλεσμα η ενσωμάτωση ατόμων ίδιου φίλου ή lgbt ατόμων στον θεσμό του γάμου να αλλοιώσει και να ποινικοποιήσει στο πλαίσιο «καταπολέμησης των διακρίσεων» τα χαρακτηριστικά και τους ρόλους των ατόμων διαφορετικού φύλου εντός γάμου και εντός της βιολογικής οικογένειας έως ότου ανταγωνιστικά καταργηθούν και αντικατασταθούν από τα χαρακτηριστικά ατόμων lgbt ως μια εφαρμοστική πτυχή της αποδόμησης των φύλων και εγκαθίδρυσης αντι-θεσμού και βιοκοινωνικού αντιπροτύπου αναπαραγωγικής μεθόδου, ήτοι ενός διαφορετικού δομικού μοντέλου “πολιτισμου”.

Να αναφερθεί πως η «ανοχή στη διαφορετικότητα» που ως φράση είναι ιδιαίτερα γνωστή από αντιρατσιστικές και εκ παραλλήλου σε ομοφυλοφιλικές διαφημιστικές προπαγανδίσεις, τεκμηριώνεται πως στην πραγματικότητα προάγει την ανοχή στη διαμόρφωση άλλων μορφών πολιτιστικών μοντέλων, την ανοχή στην ασυμβατότητα και στο αντιδιαμετρικά αντίθετο, την ανοχή σε μεταλλακτικό μετασχηματισμό και αντικατάσταση του ανθρωπίνων ιδιοτήτων και της αντίληψης επί των ιδιοτήτων των φύλων και σε επιβεβλημένη διαφοροποιημένη μορφή αναπαραγωγής ατόμων τα θα αποτελούν μια μάζα νομικώς και βιολογικώς άφυλων και εκ-φυλων ανθρωποειδών. Αυτό τεκμηριώνεται σαφέστατα, πόσο μάλλον όταν οι σύγχρονες σχετικές ρυθμίσεις σε θέματα δικαίου καθιστούν νομικώς και ανθρωπολογικώς την αναπαραγωγική διαδικασία μεταξύ των δύο φύλων υπό σταδιακή αντικατάσταση μέσω νομικών και πολιτιστικού και νομοθετικού περιεχομένου αντι-θεσμών.

Το περιεχόμενο των αντι-θεσμών που προκύπτουν κατανέμονται στο πεδίο βιοηθικής, και το ερώτημα που θα μπορούσε να διατυπωθεί είναι σε τι είδους προτεραιότητα και διαβάθμιση σε παγκόσμιο διπλωματικό επίπεδο βρίσκεται η ατζέντα των ομοφυλοφίλων, καθώς και με τι άλλου είδους προωθήσεις συγκοινωνεί ως προς την διαμόρφωση νέου είδους συνταγμάτων και μορφών δικαίου, καθότι μόνο με την πρόσβαση ομοφυλόφιλων στον θεσμό του γάμου και κατ΄ επέκταση των μετασχηματισμών εντός οικογενειακού δικαίου δημιουργούνται συνθήκες και επέρχονται μεταβολές οι οποίες σε σχετικό βάθος χρόνου δύναται να μετασχηματίσουν δομικώς τον πολιτισμό σε επίπεδο ακόμα πλάνου και τάξης παγκόσμιας διαχείρισης ανθρωπίνου δυναμικού και ολικού μετασχηματισμού φυλετικών χαρακτηριστικών και ιδιοτήτων, κάτι που φυσικά υπερβαίνει ως θέμα την ατζέντα της οικονομίας, ή και την σύγκρουση υποστηρικτών διαφόρων οικονομικών μοντέλων.

Σε σχέση με όσα αναφέρθησαν λύνονται πολλές απορίες εάν γίνουν εστιασμοί στους πολύπλοκους συγκριτικούς παραλληρισμούς της «ηθικής» που εγκαθιδρύει η lgbt ατζέντα ως προς τις επιβαλλόμενες εναλλακτικές εξισωμένες τεχνητές μεθόδους απόκτησης τέκνων, καθώς και ως προς την επιβαλλόμενη σύγχυση και εν τέλει ταύτιση μεταξύ φυσιολογικού και μη φυσιολογικού, των φυσικών διαδικασιών και των μη φυσικών διαδικασιών.
Τουλάχιστον ένας παραλληρισμός δύναται α εστιάσει σε άλλες ατζέντες που δεν σχετίζονται τουλάχιστον εμφανώς με διεκδικήσεις ομοφυλόφιλων και lgtb ατόμων, αλλά εντούτοις αυτές έχουν κοινά χαρακτηριστικά, και είναι η εμβόλιμη φασιστική επιβολή, η απουσία κάθε είδους ουσιαστικού αντίλογου από κρατικούς και κοινοβουλευτικούς παράγοντες, ποινικοποίηση πιθανού αντιλόγου, καθώς και η πανομοιότυπη παγκοσμιοποιημένη διακρατική και διακομματική υιοθέτηση και νομοθετική επιβολή με μεγάλες μεταβολές στο σύνταγμα κάθε χώρας χωρίς οντολογικές και ουσιαστικές διευκρινήσεις επί τεραστίων ζητημάτων που περιέργως δεν παίρνουν επί της ουσίας μεγάλες διαστάσεις, αλλά απλώς ανάγονται πρισματικά και κατευθυνόμενα ερμηνευτικώς σε “δικαιώματα” κτλ.

Ο παραλληλισμός επαγωγικά δεν θα οδηγούσε πουθενά αλλού εκτός από το πεδίο της βιοηθικής και την παραγωγή και διάθεση γενετικά μεταλλαγμένων τροφών και σπόρων και των φασιστικών νόμων επιβολής στην διατροφική αλυσίδα και εκ διαμέτρου αντίθετα επιβάλουν τις βιολογικές, φυσικές καλλιέργειες και σπόρους. Οι δομικές αναλογίες είναι εμφανέστατες.

 Όπως μέσω των διασταλτικών ερμηνειών σε τμήματα των ατομικών ελευθεριών που επιφέρουν κατά την νομοθετική εφαρμογή τους την αλλοίωση και εκτροπή παραδοσιακών θεσμών ως προς την τεκνογονική φύση του ανθρωπίνου είδους, έτσι επόμενο θα είναι να επιβληθούν ενιαία με κοινό έρεισμα νομικά δικαιώματα παραγωγής και διάθεσης των μεταλλαγμένων σε σχέση με τα οικονομικά συμφέροντα πολυεθνικών βιοτεχνολογίας ως αλληλοσυμπλήρωση μιας κοινής και συνενωμένης ατζέντας.

Από τη στιγμή κατά την οποία θα επιτρέπεται νομικώς να γεννιούνται παιδιά εκτός βιολογικής οικογένειας με διάφορους παράδοξους τρόπους υποβοήθησης, δεν θα θεωρούνται επομένως και κατά συνέπεια ως κάτι παράνομο οι γενετικά τροποποιημένοι σπόροι ιδίως μάλιστα όταν ανεξέλεγκτα ανοίγουν δίοδοι κλωνοποίησης και παραγωγής γενετικά τροποποιημένων ανθρώπων ή εφαρμογής εμβυομηχανικής.

Αναφορικώς, όσον αφορά το θέμα του οικογενειακού δικαίου και της πρόσβασης ομοφυλόφιλων ατόμων σε τεχνητούς τρόπους απόκτησης τέκνου, το νομικό σχετικό καθεστώς εξαιτίας αυτών των μειονοτικών κατηγοριών θα μεταβάλλεται συνεχώς παρακάμπτοντας και ανατρέποντας τυχόν περιορισμούς μέσω προφανώς δικαστικών αποφάσεων και νομολογιών.
(κάποιοι ανιχνεύσιμοι τρόποι απόκτησης τέκνου με τεχνητούς τρόπους είναι η νομιμοποίηση καθεστώτος παροχής παρένθετων μητέρων ως προς την εξυπηρέτηση ομοφυλόφιλων ανδρών και εγκαθίδρυση τράπεζας σπέρματος για ομοφυλόφιλες γυναίκες δεδομένης της ήδη τελούμενης χρήσης σπέρματος ανώνυμου δότη σε αρκετά κράτη).

Σε αυτό το σημείο αξίζει να σταθούμε ως προς την αποσαφήνιση και ανάλυση περί της συνδυασμένης προώθησης τεραστίων μεταβολών στα συντάγματα κάθε χώρας μέσα από την περίπτωση της κατοχύρωσης απαιτήσεων ατόμων lgbt και των μεταβολών αστικού δικαίου που προκύπτουν μέσω αλλεπάλληλων νομολογιών, καθώς και μέσα από την περίπτωση κατοχύρωσης και επιβολής των μεταλλαγμένων – γενετικά τροποποιημένων τροφίμων ή σπόρων.
  
Και οι δύο περιπτώσεις κατά την νομική επιβολή τους στηρίζονται στην εισαγωγή παρεμβολή και χρήση τεχνητών μέσων για εν μέρει βιολογικούς (τεχνητή υποστήριξη) ή βιοτεχνολογικούς σκοπούς ως προς την έννοια και την διαδικασία της γέννησης, καθώς και στην δεδομένη ηθική και γνωσιολογική αντίληψη της κοινής γνώμης για το πως εναρμονίζεται το δίκαιο, διότι θεωρητικά το δίκαιο πρέπει να είναι ταυτισμένο με τις λειτουργίες του πολιτισμού, να προάγει και να προστατεύει τον πολιτισμό ως ευθυγραμμισμένο με τις δομές του, και η μείζονος σημασίας δομή εκ παραλλήλου των πολιτιστικών ιδιορρυθμιών και ιδιοτήτων είναι η βιολογία της διαιώνισης των Ανθρώπων.

Ενταύθα, ένας εσωτερικός παράγων συντήρησης και ποιότητος του πολιτισμού ανέκαθεν είναι η εύρεση, η ποιοτική ποικιλία καθώς και ο τρόπος διατροφής σε πολιτιστικά πλαίσια, ή και ο “διατροφικός πολιτισμός”.
Τα συντηρητικά στις τροφές και ιδίως τα γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα αμφιλεγόμενης ποιότητας και συνεπειών στην υγεία, εισήχθησαν επιβεβλημένα προσφάτως και χωρίς εξηγήσεις στην διατροφική κατανάλωση, ενώ οι γενετικά μεταλλαγμένοι σπόροι αρκετών πολυεθνικών εταιριών όπως της μονσάντο επιβάλλονται στους καλλιεργητές δογματικά έχοντας πατέντα (δικαιώματα χρήσης) και προστατεύονται αυστηρότατα σε σχέση με την επιδιωκόμενη κερδοφορία των εταιριών με επιβαλλόμενους νόμους στα πλαίσια πρωτόγνωρων μεταβολών του δικαίου που διώκουν καλλιεργητές και τον καθένα που φυτεύει σε δική του έκταση γης  χρησιμοποιώντας φυσικούς σπόρους.
Εκτός των άλλων, οι γενετικά τροποποιημένοι σπόροι είναι προγραμματισμένοι να μην αποδίδουν μετά από μία χρήση με αποτέλεσμα να πρέπει να αγοράζονται άλλοι, κατασκευάζοντας συνθήκες ενός τεχνητού νομικού και εμπορικού φαύλου κύκλου εν είδη τραπεζικής “αυτοπαραγωγικότητας” κερδοφορίας των εταιριών με όλες τις χρηματιστηριακές κερδοσκοπικές προεκτάσεις έχοντας προέλθει “εκ του μηδενός” και επιβάλλοντας τεχνητό σημείο μονοπωλιακής εξοντωτικής εξαρτήσεως στους καλλιεργητές αλλά και αφύσικης βιοκοινωνικής εξαρτήσεως προς τους καταναλωτές σε επίπεδο πλανητικής νομικής αναθεώρησης για το τι ορίζεται ως φυσικό αγαθό, αλλά και σε επίπεδο θεσμοθέτησης ανεξέλεγκτου επηρεασμού της ίδιας της φύσης στον γενετικό κώδικα dna.

Μέσω της εξέτασης λειτουργίας της ατζέντας και πλάνου των εταιριών μεταλλαγμένων τίθεται αυτομάτως και επαγωγικώς ζήτημα κεκαλυμμένης μεθόδευσης μετατόπισης, μετασχηματισμού και δομικής αποδιοργάνωσης του πολιτισμού και των επί μέρους τμημάτων του, βιολογικών  ή πολιτιστικών.
Εξ αυτών προκύπτουν θέματα κατανόησης των ζητημάτων βιοηθικής ως προς τον ουσιαστικό ορισμό του πολιτισμού σε σχέση με την εναρμόνιση των νόμων σε επίπεδο φιλοσοφικού δικαίου, αλλά και σε ποίο σημείο ο πολιτισμός διαχωρίζεται με την ψευδοπολιτιστική εκφυλιστική νομική ψευδοπραγματικότητα.

Επανερχόμαστε στην περίπτωση της κατοχύρωσης απαιτήσεων ατόμων lgbt δεδομένου πώς κατά την εξίσωση τους στο δικαίωμα στον γάμο, αποκτάται δικαίωμα χρήσης τεχνητών μέσων. Οι υποστηρικτές τέτοιων νομοθεσίων στηρίζονται στην κατευθυνόμενη διαμόρφωση της αντίληψη της κοινής γνώμης σε ζητήματα βιοηθικής ώστε να διαφημίσουν και να προωθήσουν χωρίς αντιδράσεις σχετικούς νόμους. Προφανέστατα θέλουν να διαχέεται μία παντελώς στρευλωμένη αντίληψη για το πως ορίζεται ανθρωπολογικώς και φιλοσοφικώς η γέννηση ενός ανθρώπου, ή αλληλεπιδραστική ανάπτυξη του και η ενηλικίωση του εντός του πολιτισμού.
Δεν γίνεται νύξη σε κάποιο νόθο παιδί πόρνης όσον αφορά το πολιτιστικό υπόβαθρο υποδοχής ή απόρριψης, ούτε σε τεχνητά μέσα προς υποβοήθηση ετεροφυλόφιλου ζευγαριού, αν και η δεύτερη ελεγχόμενη περίπτωση έφερε από μόνη της πρωτόγνωρες αλλαγές στο οικογενειακό δίκαιο που “δικαιολογείται” ηθικά εκ των υστέρων με το παραδοσιακό οικογενειακό υπόβαθρο. Η αναφορά γίνεται σε κάτι το εντελώς παράδοξο βιολογικά και συνάμα βιοκοινωνικά και πολιτιστικά εκφράζοντας συνδυαστική εσωτερική παρέμβαση επί της βιολογίας και επί του πολιτιστικού ηθικού υποβάθρου και ολόκληρου του συνταγματικού οικοδομήματος κάθε χώρας, της διάρθρωσης δομικών ζωτικών τμημάτων του ίδιου του πολιτισμού.

Η αντίληψη και ηθική των φεμινιστριών ή των ατόμων της lgbt ατζέντας σε σχέση με τη γέννηση ενός ανθρώπου και του πολιτιστικού ή πολιτισμικού πλαισίου που περιβάλει αυτή τη δημιουργία ή τεκνογονική διαδικασία σε χρονικές περιόδους πριν την γέννηση, τη σύλληψη του, την κυοφορία και την μετέπειτα ενηλικίωση του παρουσίας γονέων ανδρός και γυναικός, είναι εντελώς διαφοροποιημένη.

Η οπτική των φεμινιστριών  σε σχέση με την βιολογική  δημιουργία ενός ανθρώπου, εκφράζει αφενός τη μηχανιστική παραγωγή εν είδη καλλιέργειας γενετικής με κάθε μέσο αρκεί εμφανισιακά και σχηματικά να μοιάζει και να “κατοχυρώνεται” ως άνθρωπος όταν “παραχθεί” ακόμα και με νομικές συνθήκες και μέσα που μπορεί να απέχουν ακόμα και αντιδιαμετρικά απο φυσικές διαδικασίες και πέραν κάθε πολιτισμικού και βιοκοινωνικού δεδομένου.

Το μόνο ζητούμενο σύμφωνα με την ηθική και αντίληψη των θεωρητικών της αποδόμησης και της νεοαριστεράς του φεμινιστικού πολιτιστικού μαρξισμού είναι να εκλαμβάνεται νομικώς ως άνθρωπος (απροσδιόριστου νομικώς ή βιολογικώς φύλου ή φυλής) με υποχρεώσεις υποστήρίξης της βιομηχανικής γραμμής παραγωγής ή παροχής υπηρεσιών και να συμμετέχει στις ατομικές ελευθερίες, με το νόημα και περιεχόμενο που δίνεται μέσω της ισότητας σε αυτές.

Αυτή η μετεξέλιξη στα νεότερα κύματα φεμινισμού που προάγουν τη θεωρία της αποδόμησης δεν έγινε χωρίς την υιοθέτηση στοιχείων του υλιστικού κομμουνιστικού κρατισμού που ως προς τον κεντρικό σχεδιασμό ήταν ανέκαθεν ο κατακερματισμός και μετασχηματισμός των κυττάρων της κοινωνίας σε ασεξουαλικές μονάδες συλλεγμένες σε ιδρύματα ή κολλεκτίβες.
Αν και στη σοβιετική ένωση η ομοφυλοφιλία δεν προωθήθηκε, και ούτε περιγράφονταν μέσα από τα δικαιώματα γάμου της σύγχρονης lgbt ατζέντας, εντούτοις ο κρατισμός της σοβιετικής ένωσης  και οι θεωρητικοί του κομμουνισμού αλλά και το υπόβαθρο της ισότητας παρέχουν περιφερειακά τις υποδομές.

Τα ιδρύματα και τα ορφανοτροφεία για τον ακραιφνή κρατισμό του υλιστικού κομμουνισμό δεν θεωρούνται ως εξ΄ ανάγκης κατασκευάσματα, αλλά κυρίαρχο θεσμικό πολιτιστικό πρότυπο με βλέψεις διεύρυνσης και αντικατάστασης της διάρθρωσης των παραδοσιακών κοινωνικών δομών με όλες τις προεκτάσεις παρεμβάσεων και αποδόμησης του δικαιώματος στην ιδιοκτησία.
Τα ιδρύματα καθώς και τα πρώτα στάδια του εκπαιδευτικού τομέα αποτελούν εργαλεία συλλεκτικού μετασχηματισμού της κοινωνίας σε μια μάζα εθελούσιου ανθρωπίνου δυναμικού που τείνει να χάσει τα φυλετικά του χαρακτηριστικά.
Όπου κυριαρχεί ο πολιτιστικός μαρξισμός και συνεπώς ο φεμινισμός, η παρουσίαση ιδρυμάτων και ορφανοτροφείων ή “παιδικών χωριών” όπως ονομάζονται, επενδύεται με χαρακτήρα προτύπου κοινωνικού βίου και διαπαιδαγώγησης, ενώ εντός αυτής της αντίληψης ο πολιτισμός, ή έννοια του πολιτισμού, αρχίζει και τελειώνει συνήθως με μια φιλανθρωπία σε ένα ίδρυμα, με μια φωτογραφία με τα παιδιά και συνεντεύξεις από κάποιους κοινωνικούς λειτουργούς ή παιδιά μεγάλης σχετικά ηλικίας που θα παρουσιαστεί στην τηλεόραση με αέρα και χαρακτήρα ιερού και θεσμικού γεγονότος.

Οι κοινωνικοί λειτουργοί όπως παραπλεύρως και οι εισηγητές αντιρατσιστικών προγραμμάτων έχουν καταστεί ως ένα είδους επιτομής του πολιτισμού και διασφάλισης ηθικής για όποιους είναι ευθυγραμμισμένοι μαζί τους σε επίπεδο ιδίως κρατικής χρηματοδότησης και στα προγράμματα τους τα οποία εφαρμόζονται σε δομές εκπαίδευσης παιδιών μικρής ηλικίας όπως νηπιαγωγεία, ή ανώτερης εκπαίδευσης.
 Όθεν, η διαχείριση και ανακαταδιανομή επιτροπείας και επιμέλειας ανηλίκων γίνεται από την εισαγγελία ανηλίκων κάθε κράτους, και με δικαστικές αποφάσεις που καθορίζουν την αναδοχή και επιμέλεια παιδιών με την ισότητα στο οικογενειακό δίκαιο να χρησιμοποιείται σαν βατήρας έκδοσης δικαστικών αποφάσεων με πρόσχημα το «συμφέρον του παιδιού» προς συντήρηση ενός καθεστώτος φεμινιστικού δικαστικού πραξικοπήματος και άτυπου και αντισυνταγματικού μητρικού δικαίου.
Όσον αφορά τα ιδρύματα, αυτά αποτελούν έναν χώρο περισυλλογής ορφανών παιδιών.
Ένα μεγάλο τμήμα του περιεχομένου που διαμορφώνει την κρίση για την ικανότητα ή ανικανότητα τέλεσης γονεϊκών καθηκόντων και αφαίρεσης ή απόδοσης επιμέλειας μεταξύ γονέων, καθώς και περιπτώσεις ανάδοχων, και παιδιού προς υιοθεσία, διαστέλλεται και τροποποιείται ερμηνευτικώς αναλόγως με τις θεσμοθετήσεις ή ακόμα και το άτυπο δόγμα και ιδεοληψία της πολιτικής ορθότητας, την θεωρία της αποδόμησης και συνολικώς του περιεχόμενου που κατασκευάζεται βάσει των φεμινιστικών κριτικών.
Το σώμα της εισαγγελίας ανηλίκων κάθε κράτους και οι σχολές “κοινωνιολογίας” και σχολών φύλου και ισότητας είναι συγκοινωνούντες ρυθμιστικοί παράγοντες διαχείρισης και ανακαταδιανομής των ανήλικων παιδιών και ουσιαστικά αποτελούν διαχειριστές της οργάνωσης των κυττάρων της κοινωνίας και των χαρακτηριστικών ενός πολιτισμού, εντούτοις λειτουργικώς η συνδυαστική δομή των σχολών φύλου και ισότητας και των φεμινιστικών “κοινωνιολογικών” δικτύων δύναται να συνιστούν διεθνώς οργάνωση παραγωγής δομημένου εγκλήματος μέσω νομοθετικού εκτελεστικού και δικαστικού πραξικοπήματος.
Αυτή η ανατροφοδοτούμενη διεθνή φασματική δομή (φεμινιστικών σχολών και δικαστικού σώματος) ή αλλιώς ο πολιτιστικός μαρξισμός, έχει σχηματίσει ένα πραξικοπηματικό νομικό υπόβαθρο στο οποίο οι χωρισμένες οικογένειες αποτελούν πεδίο επιβολής μητρικού δικαίου παραλλήλως με ένα υπόβαθρο στο οποίο το αποδομητικό αποτέλεσμα προάγεται ως πρότυπο, μεθοδεύοντας την αποδόμηση της οικογένειας.
Στα ίδια πλαίσια ελέγχει νομικώς και τις ανακαταδιανομές παιδιών στην περίπτωση των ιδρυμάτων που αποτελούν την κυριότερη βάση σε σχέση με τη διαχείριση και επιτροπεία ανηλίκων, και περιπτώσεις αναδόχων σχετικά περί της υιοθεσίας. Σε αυτό το σημείο συνενώνεται από κοινού το πεδίο βλέψεων της νομοθετικής ατζέντας των ομοφυλοφίλων με τις σχολές φύλου και ισότητας, την κρίση του δικαστικού σώματος που λειτουργεί και τροφοδοτείται βάση αυτού του περιεχομένου ριζοσπαστικού φεμινισμού. Αμφότερα αυτά τα πεδία – τμήματα παρασκευάζουν και προωθούν νομοθεσίες για ομοφυλόφιλους και διατηρούν συνάμα το καθεστώς δικαστικού φεμινιστικού παιδομαζώματος μέσω των εισαγγελιών ανηλίκων με την ίδια περίπου τμηματική δόμηση και στήσιμο σε κάθε χώρα και με τυποποιημένο πρόγραμμα πολιτιστικού και νομοθετικού περιεχομένου.
Μέσα από το πεδίο και κομβικό σημείο εξουσίας της εισαγγελίας ανηλίκων και κατ΄επέκτασιν του δικαστικού σώματος θα κριθεί η υιοθεσία ενός παιδιού από ομοφυλόφιλο ζευγάρι, η αφαίρεση επιμέλειας τέκνου από μια οικογένεια και μεταφορά του παιδιού σε ίδρυμα για διάφορους λόγους, η απόδοση επιμέλειας παραδείγματος χάριν στη μητέρα ενός χωρισμένου ετεροφυλόφιλου ζευγαριού, η οποία αποφάσισε να συμβιώσει ή να έρθει σε πολιτική ένωση με άτομο το ίδιου φύλου εμπεριέχοντας πολλές άλλες προεκτάσεις όπως  η κρίση ενός δικαστή που θα καθορίσει τη ζωή ενός υιοθετημένου παιδιού από ομοφυλόφυλους ή ομοφυλόφιλες, το οποίο θα υποστεί εγχείρηση αλλαγής φύλου και ορμονική αγωγή ώστε να «αλλάξει» φύλο, ή θα καταστεί ομοφυλόφιλο εξαιτίας του επηρεασμού των γονεϊκών μερών. 
Συνολικά αυτές οι περιπτώσεις καθώς και επι μέρους αρκετές άλλες παράμετροι που προκύπτουν αποδεικνύουν πως η νομοθετική πτυχή της lgbt και οι παράμέτροι που ενεργοποιούνται γύρω από τη θεσμοθέτηση εναλλακτικών οικογενειακών – μοντέλων συμβίωσης, βρίσκει ως προς το σκεπτικό και την ηθική εφαρμογή σύμφωνους και τους δικαστές και εισαγγελείς.
Κανείς εισαγγελεύς ή δικαστής δεν θα εξυπηρετούσε αυτές τις παραμέτρους και τις κατοχυρώσεις, εάν δεν έχει εξισώσει στη συνείδηση του πολιτικοκοινωνικά και “κοινωνιολογικά” και βιοκοινωνικά την ετεροφυλοφιλική οικογένεια με ένα ομοφυλόφιλο ζευγάρι ως προς την έννοια της προσφοράς ομαλού οικογενειακού περιβάλλοντος, και αν δεν είναι εκ των προτέρων ιδεολογικά και συνειδησιακά συντονισμένος με αυτές τις πολιτιστικές μεταβολές και το σκεπτικό της “αποδόμησης” των φύλων.
Το θέμα κατάθεσης νόμων σχετικά με γάμους ομοφυλόφιλων, δεν είναι σε καμία περίπτωση απλώς και μόνο πολιτικού κοινοβουλευτικού περιεχομένου, είναι μια θεσμοθέτηση που φανερώνει τη διαπλοκή νομοπαρασκευαστικών επιτροπών, βουλευτών, πανεπιστημιακών όπως κοινωνιολόγων και κοινωνικών υπηρεσίων, συντονισμένων μελών του δικαστικού σώματος, ιδίως της εισαγγελίας ανηλίκων που η κρίση αυτών καθορίζει το αποτέλεσμα της εφαρμογής των παραμέτρων κάθε νομοσχεδίου που θα επιφέρει μετασχηματισμούς στο οικογενειακό δίκαιο αφού τεθεί σε ισχύ.
Αμφότερα σκέλη έχουν επίγνωση των συνεπειών σε ό,τι επέλθει σε όλα τα τμήματα δικαίου, αλλά συμφωνούν με όλες τις επόμενες προκύπτουσες φάσεις και τους αντι-θεσμούς που θα προκύπτουν σε κάθε τομέα οργάνωσης και λειτουργίας των κυττάρων της κοινωνίας.

Κατά την ενοποίηση αυτών των πεδίων όπως σκιαγραφήθηκε με τα άνωθεν ο κύκλος κάπου εδώ κλείνει, συμπεριλαμβανομένων των επιρροών στον χώρο εκπαίδευσης προσχολικής ή σχολικής ηλικίας της lgbt ατζέντας για την καταπολέμηση του «σεξισμού» που λαμβάνει διαστάσεις ομοφυλοφιλικής κατήχησης δεδομένου μάλιστα πως οι αντιρρήσεις των γονέων επί αυτών των θεμάτων, μεθοδεύεται να χαρακτηρίζονται ως αξιόποινες με αφαίρεση της επιμέλειας κατά τα πρότυπα εφαρμογής του υπερδιασταλτικού περιεχομένου και εφαρμογής του σκεπτικού δικαστικής κρίσης βάσει της πολιτικής ορθότητας και των παραμέτρων της.

Συνάμα κάτω από το ίδιο σκεπτικό από αυτούς τους κύκλους ασκούνταν προκατελλημένα πιέσεις όπως στη Γερμανία να αφαιρείται η επιμέλεια από τους γονείς και λόγω πολιτικών πεποιθήσεων και κατευθύνσεων που χαρακτηρίζονται προπαγανδιστικά ως “ακροδεξιές” ή “ναζιστικές" ή “φασιστικές” την ίδια στιγμή που ανενόχλητα οι ομοφυλόφιλοι υιοθετούν παιδιά και ακροαριστερού και ομοφυλοφιλικού τύπου προπαγάνδες διδάσκονται στα σχολεία.

 Επειδή νομικώς κάτι τέτοιο δεν γίνεται να περιγραφεί και να αιτιολογηθεί τουλάχιστον λογικά, δηλαδή ο σχηματισμός νομικής μομφής για πολιτικούς λόγους, το σημείο επιδιωκόμενης συνένωσης διαφαίνεται να αντιστοιχεί στην πλατφόρμα της «καταπολέμησης του σεξισμού» που εννοείται και ως καταπολέμηση του φυλετισμού, που επιβάλλεται στις προσχολικές και σχολικές ηλικίες ώστε να εντρυφήσει την “ανοχή” στα πλαίσια καταπολέμησης των διακρίσεων της «ομοφοβίας» και ως προς την αποδοχή παιδιών ομοφυλοφίλων, δηλαδή “ανοχή” προς στην ψυχοσύνθεση παιδιών ομοφυλόφιλων ζευγαριών και ιδίως στο περίπλοκο και αφύσικο υπόβαθρο των ομοφυλόφιλων γονέων, το οποίο δημιουργεί δεδομένα και δικαιολογημένα σύγχυση αντίληψης περί φυσιολογικών και μη, αναπαραγωγικών λειτουργιών σε παιδιά ετεροφυλόφιλων γονέων εάν αυτά μάθουν ή αν διαφανεί μέσω παρατήρησης πιθανότατης εξαιρετικά διαφοροποιημένη ιδιοσυγκρασίας πως συμμαθητής τους έχει δύο μαμάδες ή δύο ή τρείς και παραπάνω μπαμπάδες, ή γεννήθηκε σε ζευγάρι δύο μαμάδων.

Η «ομοφοβία» και ο «ρατσισμός» καθώς και τα «αντίμετρα» σε σχέση με τα περιεχόμενα τους εισάγονται στον εκπαιδευτικό τομέα εστιάζοντας σε μικρές ηλικίες με κίνητρο την προώθηση συνδυαστικά της “καταπολέμησης της βίας”, εννοώντας του «σεξισμού» και την ενοχοποίηση των γονέων, διότι υποτίθεται πως αυτοί καλλιεργούν «ομοφοβικές» συμπεριφορές που ερμηνεύονται και ως «σεξιστικές», ωστόσο ερμηνεύεται ως «ομοφοβία» και «σεξισμός» απλώς και μόνο η ετεροφυλοφιλική βιολογική και ψυχοσυναισθηματική ιδιοσυγκρασία.

Είναι δεδομένο πώς οι γονείς από την προσχολική ηλικία μεταδίδουν κάποιες ελάχιστες πληροφορίες για τις γενετήσιες λειτουργίες των δύο φύλων πάνω σε προφανή ερωτήματα αρρένων και θηλέων ανηλίκων που γίνονται σε σχέση με τα γεννητικά τους όργανα, ή οντολογικού περιεχομένου, ήτοι για το πώς παραδείγματος χάριν γεννήθηκαν ώστε να μεταδοθεί στα παιδιά πως χρειάζονται ως προς τις φυσικές λειτουργίες αναπαραγωγής τα δύο φύλα - γένη, ενώ οι πληροφορίες που δίνονται γίνονται πιο λεπτομερείς, ή ανακαλύπτονται σε σχετικά μεγαλύτερη ηλικία από την προσχολική.

Σύμφωνα με τα προγράμματα καταπολέμησης της «ομοφοβίας» σε προσχολικές ηλικίες η εντρύφηση τέτοιου είδους τυπικών πληροφοριών από τους γονείς για τη τεκνογονική φύση εντός γάμου ετεροφυλόφιλου ζευγαριού κρίνονται ή μεθοδεύεται να κριθούν ως αξιόποινες. Αναλόγως βέβαια της επιτάχυνσης υπερψήφισης σχετικής νομοθεσίας σε κάθε κράτος.
Το αποτέλεσμα είναι ο “κρατισμός” της πολιτικής ορθότητας να κατευθύνει τους μαθητές σε ένα κυρίαρχο σύστημα διαστροφικών επιλογών των νομικών εγκαθιδρυμένων φύλων και νομικών μοντέλων συμβίωσης των lgtb, εξαναγκάζοντας τα παιδιά προσχολικών ηλικιών στην απόρριψη της ιδέας πως ανήκουν σε κάποιο συγκεκριμένο φύλο, ώστε να μη θίγονται σύμφωνα με αυτό το εγκληματικό σκεπτικό παιδιά ομοφυλόφιλων ή γενικότερα οι ομοφυλόφιλοι αλλά και να επιβληθεί η αποδοχή τρόπων τεχνητής αναπαραγωγής και εναλλακτικών οικογενειακών νομικών μοντέλων ως απολύτως εξισωμένα με τις φυσιολογικές διαδικασίες τεκνογονιάς. Συναντάται ήδη ως προγραμματισμός στην εκπαιδευτική ύλη η οποία εμπεριέχει εικόνες που αναπαρίστανται ομοφυλόφιλοι, ιστορίες με εναλλακτικές συμβιώσεις, άφυλη ασεξουαλική (asexual) κατεύθυνση με κάθε μέσο κτλ.
Η εκπαιδευτική διάσταση εισαγωγής αυτών των νομικών και πολιτιστικών εγκαθιδρύσεων ως προς την εξαναγκαστική αποδοχή τους θα απαγορεύσει ποινικώς κάθε συσχετισμό διαμόρφωσης συνείδησης των παραδοσιακών δομών της οικογενείας από τους γονείς προς τα παιδία.

Σε αυτά κάθε αντίδραση των γονέων, θα θεωρείται αξιόποινη όπως και κάθε αντίδραση και διαφοροποίηση των παιδιών ετεροφυλόφιλων ζευγαριών ως «σεξιστική» εάν δεν προσαρμοστεί η ιδιοσυγκρασία και η αντίληψη των παιδιών σε αυτούς τους προγραμματισμούς  αφού αυτό θα καταλογίζεται και πάλι ως αξιόποινο με ευθύνη των γονέων.
Το ουσιαστικό αποτέλεσμα είναι πώς η γονεϊκή μέριμνα των γονέων σε κάθε περίπτωση τεχνηέντως να ποινικοποιηθεί και προφανώς θα αφαιρείται και η επιμέλεια εάν αποκλίνει της «ουδέτερης» τυπικής επιρροής ως προς την αλληλεπίδραση των γονέων προς τα τέκνα δεδομένης της διαφοροποίησης συσχετισμών  και αλληλεπιδράσεων Πατρός- υιού ή κόρης, Μητρός - υιού ή κόρης.

Στο δια ταύτα λοιπόν, και ως προς το κεντρικό ζήτημα της βιοηθικής, ο σύγχρονος “κρατισμός” της πολιτικής ορθότητας που έχει θωρακίσει την εξάπλωση και την εισαγωγή της lgbt ατζέντας συνδεόμενης της “αποδόμησης” και της κατάργησης του φυλετικού Ανθρώπου σε κάθε έκφανση της εκπαιδευτικής ύλης μέσω των σχολών “κοινωνιολογίας”, ευθύνεται για την κατεύθυνση και χειραγώγηση ανήλικων παιδιών σε μαθητική ηλικία, καθώς και τη ρύθμιση της ζωής ορφανών παιδιών.
Ο ίδιος μηχανισμός είναι αυτός που θεσμοθετεί σε όλα τα κράτη της Ευρωπαϊκής ένωσης εκπαιδευτικές μεθόδους προσχολικής ηλικίας με τέτοιο τρόπο και με νομικό υπόβαθρο ως προς την κατασκευή συνείδησης του μαθητόκοσμου ώστε να μη διαφέρει στον πυρήνα ο αποδομητικός εκπαιδευτικός τρόπος αντίληψης των πραγμάτων και αλληλεπίδρασης επί πολιτιστικού περιεχομένου από ένα κομμουνιστικού ίδρυμα, ήτοι να μη διαφέρει εν πρώτοις ως προς τη διαμόρφωση της αντίληψης και επιρροής προς την κατασκευή της ψυχοσύνθεσης των μαθητών είτε τα παιδιά έχουν γονεϊκή μέριμνα είτε είναι ορφανά σε ένα περιβάλλον και εκπαιδευτικό σύστημα που φέρει στοιχεία κομμουνιστικού κρατισμού και δομικού μετασχηματισμού των κυττάρων της κοινωνίας σε ασεξουαλικές μονάδες, έχοντας εν δυνάμει αποκόψει και ποινικοποιήσει το παρελθόν και τις σχέσεις με τους γονείς και τις επιρροές ετεροφυλοφιλικής οικογένειας για να εισαχθεί και να επιβληθεί κατά τη σύγχρονη εποχή η εκφυλιστική-αντιρατσιστική “συνείδηση” της ατζέντας των ομοφυλοφίλων, των φεμινιστρίων,  των μη φυλετικών και άρα άφυλων και εκ-φυλισμένων “ανθρωποειδών”.

Οι παρεμβολές νέων μορφών φύλων και ο εξαναγκασμός σε ομοφυλοφιλική επιρροή στην προσχολική εκπαίδευση με αντίστοιχες ποινικοποιήσεις των αντιδράσεων φανερώνουν την ακαριαία παρεμβολή με επίκεντρο τα εκπαιδευτικά συστήματα που μετασχηματίζονται σε κέντρα άφυλων αποδομημένων καθεστωτικών κολλεκτίβων.

Η φεμινιστική θεωρία της αποδόμησης ξεκινά ως επιβαλλόμενη προσχεδιασμένα με μηδενικό γνωσιολογικό υπόβαθρο για το βιοκοινωνικό υπόβαθρο γενετήσιων λειτουργιών είτε αφορά ιδρύματα, είτε χώρους προσχολικής ηλικίας, μεταφέροντας την στρευλωμένη αντίληψη και ηθική των φεμινιστριών, δηλαδή την εκφυλιστική αντίληψη μηχανιστικής παραγωγής και καλλιέργειας γενετικής που συνοψίζουν την «ατμόσφαιρα μήτρας» που «παράγει» άτομα τα οποία ξεκινούν ανοίγοντας τα μάτια τους σε έναν θάλαμο αντικρίζοντας εν είδη κλώνων τους προγραμματιστές τους.

Η προπαρασκευαστική προσομοίωση είναι ο σχεδιασμός του νεώτερου εκπαιδευτικού συστήματος και οι έτοιμες δομές των χώρων ιδρυμάτων, ο άλλοτε κομμουνιστικός “κρατισμός” και οι υποδομές του παιδομαζώματος. Αμφότερα πεδία και τρόποι λειτουργίας αναμείχθηκαν με τη σύγχρονη νομοθετική δραστηριότητα που βασίζεται στην πολιτική ορθότητα εξάγοντας μέσω των σχολών φύλου και ισότητας και των σχολών κοινωνιολογίας την αποδόμηση και την απόρριψη της ιδέας ύπαρξης και των ρόλων των φύλων με θεωρητικά ή ακόμα και τεχνητά μέσα, μεθοδεύοντας και επιδιώκοντας συνάμα την αλλοίωση κάθε είδους πολιτιστικού εθνικού και ιστορικού στοιχείου της παραδοσιακής εκπαίδευσης κάθε χώρας.
Η φεμινιστική αποδόμηση που συνδέεται άμεσα με τον νομοθετικό χαρακτήρα και κίνητρο εφαρμογής της πολιτικής ορθότητας έχει σκοπό να αποκόψει  ακαριαία κάθε σημείο αναφοράς μεταξύ των νεότερων  γενεών με τις δομικές λειτουργίες του πολιτισμού σε επίπεδο μεθόδευσης και διάπραξης εγκλημάτων γενοκτονικού περιεχομένου εναντίον της ανθρωπότητας από διεθνές νομοπαρασκευαστικές επιτροπές, οργανισμούς “ανθρώπινων δικαιωμάτων” όπως ο Ο.Η.Ε που συνιστούν διεθνές δίκτυο παραγωγής ενός κεκαλυμμένου δομημένου εγκλήματος που επιφέρει την καταστροφή του πυρήνα λειτουργίας του πολιτισμού, ήτοι της φυσικής λειτουργικής αυτοοργάνωσης βιολογικού τρόπου διαιώνισης και ουσιαστικής δομής των Ανθρωπίνων φυλετικών κοινωνιών.

Η “αποδόμηση” είναι όχι απλώς μια αντίθετη επιφανειακά αντίληψη σε σχέση με τον εθνοκεντρισμό, αλλά και αντίθετη οντολογία με τη βαθύτερη έννοια ιστορικής αντικειμενικής προόδου και διαιώνισης του πολιτισμού και των βιοκοινωνικών γενετήσιων τεκνογονικής φύσεως δεδομένων και συναφώς των φυλετικών Ανθρώπων και της δημιουργίας  πολιτισμού σε σχέση με την διαφορετική φυλετική τους ιδιοσυχνότητα και ιδιορρυθμία που εντοπίζεται επιτυχημένα σε περιόδους διοίκησης φυλετικών Ανθρωπων.

Η ιδιοσυγκρασία των ατόμων που παράγει ο εκπαιδευτικός τομέας της “αποδόμησης” του φύλου και η αντισεξιστική προπαγάνδα που αντανακλάται στις σύγχρονες απαιτήσεις της ατζέντας των lgbt και των τελευταίων κυμάτων του ριζοσπαστικού φεμινισμού είναι το δυναμικό που προετοιμάζεται να συντονιστεί αυτοκατοστροφικά πολιτιστικώς με ένα σύνολο ακραίων επεμβάσεων της βιοτεχνολογίας και της γενετικής.
Μόνο αποδομημένες άλογες, έκφυλες διεστραμμένες αντιλήψεις ατόμων ως συνηθισμένα στην απροσδιοριστία και σε υβριδικά αντιστερεότυπα, είτε σε φυλετικό επίπεδο είτε σε επίπεδο γενετήσιων έλξεων είναι συμβιβασμένες με το σύνολο των συνεπειών από παρεμβάσεις στις φυσικές δομικές μορφοποιήσεις και λειτουργίες της φύσης έχοντας εκ των προτέρων επίγνωση των συνεπειών.
Τα γενετικά μεταλλαγμένα τρόφιμα είναι μια μορφοτυπική αναλογική σύνοψη της ψυχοσύνθεσης που παράγουν τα εκπαιδευτικά ιδρύματα σε σχέση με τον προγραμματισμό του μαθητικού και πανεπιστημιακού δυναμικού τους, όπως του νομικού του κοινωνιολογικού, του οικονομικού και κάθε άλλου είδους τομέα.
Οι περισσότεροι εξ αυτών δεν αντιλαμβάνονται ούτε κατ΄ ελάχιστον  πως διέπεται οντολογικά και ανθρωπολογικώς η γέννηση ανθρώπου και η ενηλικίωση εντός του πολιτισμού και η φυσική λογική συνολική εξέλιξη του πολιτισμού σε συνάφεια με τη διαιώνιση του ανθρωπίνου είδους, την τεκνογονία και την παράλληλη εναρμόνιση του δικαίου.
Εξ΄ αυτών ως εφαρμοστική αναλογία τεκταίνεται και η άμβλυνση των τρόπων και των νομικών πλαισίων προς υιοθεσία ή τεχνική υποστήριξη για τη γέννηση τέκνου από άτομα τα οποία δεν μπορούν να υποστηρίξουν ούτε στο ελάχιστο τις γενετήσιες λειτουργίες τεκνογονίας και τις φυσιολογικές ψυχοσυναισθηματικές αλληλεπιδραστικές ανάγκες προς τα τέκνα, έχοντας την ανάγκη επιβολής στρευλωμένης αντίληψης του πολιτισμού και ενός συστήματος περιφρουρημένης σκέψης και ηθικής, ούτως ώστε να επιβάλλεται και να παρουσιάζεται το νομοθετημένο για ηθικό και “φυσικό” και “νόμιμο” ασχέτως εάν δεν ευθυγραμμίζεται με τις φυσικές λειτουργίες διαιώνισης.
Μέσω αυτής της αντιστροφής δίνεται αυτομάτως έρεισμα και κοινή «ηθική» εφαρμογής νομοθεσιών για την περιφρούρηση νεοπολιτιστικών μοντέλων και προγραμματιζόμενων κοινωνιών από κοινού των επενδύσεων βιοτεχνολογίας και γενετικής,  που φαινομενικώς δεν σχετίζονται μεταξύ τους αλλά καταφανώς επιβάλλονται με κοινό έρεισμα και κοινή «ηθική» και αντίληψη.
Το κοινό έρεισμα και η κοινή «ηθική» εστιάζει στην υποβάθμιση στη δυσφήμηση και απόρριψη του φυλετικού Ανθρώπου, του φύλου – γένους, της φυλής, ώστε με αντιστροφή να εγκαθιδρυθούν τα αντίθετα και τα αντιστερεότυπα που συνυφαίνονται  με τα νομικώς άφυλα και μεταλλαγμένους τύπους αφύσικως παρεμβαλλόμενων γενετικών παρακλαδιών μέσα στα ανθρώπινα γενεαλογικά δένδρα.
Η έννοια του φυλετικού Ανθρώπου δεν αντιστοιχεί απλώς σε κάποιον που είναι πολιτικοποιημένος με εθνικιστική κατεύθυνση αμιγούς φυλετικής καταγωγής, αλλά εσωκλείει και αποδίδει διευρυμένα τα διαιωνισμένα φυλετικά δένδρα που συμμετείχαν αρχέγονα στην δημιουργία του πολιτισμού συνάμα των οργανωτικών  βιοκοινωνικών του ιδιοτήτων και πολιτιστικών και γλωσσικών και άλλων στοιχείων που συνθέτουν τα Έθνη και τις φυλές.
Η απροσδιοριστία και η κατάργηση του φυλετικού ανθρώπου δίνει έρεισμα να προωθούνται ζητήματα βιοηθικής, ενώ άτομα με αντιλήψεις που σχηματίζονται με την επιρροή της θεωρίας της “αποδόμησης” και της κατάργησης της βιολογικής οικογένειας, είναι πασιφανές πώς θα αποδέχονταν προφανέστατα να εξισωθούν με κλώνους, ως νομοθετική επέκταση και γεφύρωση της τρέχουσας αντίληψη της κατάργησης και ποινικοποίησης της ανθρωπολογικής αντίληψης των γενετήσιων ρόλων μέσω παρεμβολής νομικών ανταγωνιστικών αντιστερεοτύπων αναπαραγωγής και εναλλακτικών μορφών “οικιακών μονάδων”.

Τα μοντέλα συμβίωσης που προσομοιώνουν γάμο και στελεχώνονται από άτομα απροσδιόριστου φύλου και ρόλων μεταξύ τους δημιουργούν και παρεμβάλλουν παντελώς αφύσικα τμήματα εντός των γενεαλογικών δένδρων έχοντας σαν επακόλουθο οι συνταγματικές ρυθμίσεις που θα προκύπτουν για να καλύψουν νομικά τις αναδραστικές μετατοπίσεις στο δίκαιο είναι απρόβλεπτες με την ανάλογη πλήρη αποδιοργάνωση σε κάθε πολιτιστική και κοινωνική διάρθρωση.

Η επιρροή της θεωρίας της “αποδόμησης” και της κατάργησης της βιολογικής οικογένειας, είναι αυτή που επιτρέπει “ηθικά” και στρώνει το έδαφος για την παραγωγή νομικού υπόβαθρου της βιομηχανοποίησης της βιολογίας του ανθρώπου, που συνοψίζεται στην κατασκευή μιας κεντρικής εργοστασιακού βιομηχανικού και γενετικού τύπου μονάδος κλωνοποίησης που θα παράγει, ήτοι θα κλωνοποιεί και γενετικά τροποποιημένο δυναμικό ανθρωποειδών ως συνέχεια της θεσμοθέτησης κατάργησης των φύλων ενιαίας εκπόνησης σχεδιασμού και πλάνου των πολυεθνικών που παράγουν μεταλλαγμένα τρόφιμα, κατά τον ίδιο τρόπο μεταλλακτικής δέσμευσης σε τεχνητά παρά-φύσει σημεία εναλλακτικών βιοκοινωνικών μητρογραμμικών δομών μηχανιστικού βιομηχανικού τύπου οπού κτηνωδώς ενσωματώνονται ακόμα και εντός της βιολογίας του ανθρώπου.
Εντός άλλης αποσπασματικής δημοσίευσης σχετική υποενότητα επ΄αυτού έχει αναρτηθεί με τίτλο: "Η αμφιγονική αρμονική αναπαραγωγική γενετήσια λειτουργία του ζεύγους Άνδρος και γυναικός και το γένος που προκύπτει φυσιολογικώς απο ζεύγος πως μπορεί εκφυλετιστικώς να μεταλλαχθεί σε μια "εξαγωνική" ερμαφρόδιτη εταιροκεντρική τραπεζοκεντρική γραμμή κατασκευής και παραγωγής υπανθρώπινου δυναμικου". Δείτε εδώ: http://diasvsmetatron-plegma.blogspot.gr/2013/11/blog-post.html

Δεν θα ήταν σε καμία περίπτωση υπερβολή να τεθεί θέμα απόδοσης εξηγήσεων για τη διαβαθμισμένη επιστασία και συμμετοχή εταιριών κλωνοποίησης και βιοτεχνολογίας που βρίσκονται πίσω από τον Ο.Η.Ε. και τις διακρατικές νομοθετήσεις του “ουράνιου τόξου” ή της lgbt ατζέντας που συνενώνονται σε αυτόν τον οργανισμό αλλά και για την μορφή παγκόσμιου πολιτιστικού πλάνου απαιτήσεως κατασκευής νέου τύπου δικαίου σε επίπεδο τάξης πλανητικής διαχείρισης που κεκαλυμμένα προωθείται.

Σε προπαρασκευαστικό επίπεδο τι διαφορά υπάρχει μεταξύ της lgbt ατζέντας και του πλάνου παραγωγής βιοτεχνολογικών και γενετικά τροποποιημένων τροφών και σπόρων σε σχέση με την κατευθυνόμενη διαμόρφωσης αντίληψης της κοινής γνώμης για την επιβολή νόμων οι οποίοι επιτρέπουν την κυοφορία από σπερματοζωάρια χορηγούμενα μέσω τράπεζας σπέρματος σε μητέρα γυναικείου ομοφυλόφιλου ζευγαριού το οποίο αυθαίρετα θα παραγγέλνει και τα βιολογικά χαρακτηριστικά στην περίπτωση εγκαθίδρυσης και χρήσης τράπεζας σπέρματος ή θα κάνει και μια ή δύο εγχειρήσεις αλλαγής φύλου σε υιοθετημένο παιδί;
Είναι αντιληπτό πως το ζήτημα θρησκευτικής και κοινωνικής ηθικής που προκύπτει από τα αιτήματα των ομοφυλόφιλων και των μεθόδων απόκτησης τέκνων εξελίσσεται παράπλευρα σε ένα γενικότερο επεκτεινόμενο και μακροσκελή ζήτημα “βιοηθικής” και άλλων συγκοινωνούντων τμημάτων που αναμειγνύουν τον έλεγχο και διαμόρφωσης συμπεριφοράς με τη βιολογία εν μέσω πολιτικό-κοινωνικών πλαισίων. 
Αποτελεί γεγονός πώς κάποιοι παράγοντες μέσω διαπλεκόμενων μ.κ.ο έχουν φτάσει στο σημείο μέσω κάποιων εισηγήσεων – σεμιναρίων να επιδιώκουν τον μετασχηματισμό και την κατάργηση  της δραστήριας ψυχοσύνθεσης των αγοριών μέσω παρεμβολής στην εκ φύσεως παραγωγής των ορμονών όπως της τεστοστερόνης.
Τέτοιου είδους προγράμματα έχουν αρχίσει να εισάγονται  σκιωδώς ως αντιμετώπιση της «επιθετικότητας» που ως ορολογία συγκοινωνεί με τη θεωρία της καταπολέμησης του «σεξισμού», της «ομοφοβίας»και λοιπών λεκτικών εφευρημάτων κάτω από τα ίδια κίνητρα διεύρυνσης της πολιτικής ορθότητας και τα προγράμματα  «καταπολέμηση της βίας» που συνδέονται με τα άνωθεν με χροιά κοινωνιολογικής ατζέντας.
Αναμφίβολα όταν παρεμβάλλει η «ορμονολογία» σε τέτοιου τύπου ψευδοθεωρήματα που αναμειγνύουν πολυπολιτισμικές φεμινιστικές ατζέντες, και ζητήματα ρύθμισης βιολογικών ορμονικών λειτουργιών είναι δεδομένο πως όλη η υπόθεση αποκτά ακόμα μεγαλύτερες εγκληματικές διαστάσεις με άμεση εμπλοκή παραφρονημένων ψυχιάτρων που συνδέονται με την φεμινιστική κοινωνική ψυχολογία και συμφέροντα φαρμακευτικών εταιριών ως καθ’ αυτού σύμπλεγμα δομής και επιτελικής εκπόνησης προγραμμάτων ψυχοκυβερνητικού (Psycho-cybernetic) ελέγχου και «προληπτικών» μεθόδων μέσω ελέγχου σε κάθε τι που ονομάζουν βία με βάσει γενετικών και κοινωνιοβιολογικών παραγόντων. Η ψυχοκυβερνητική είναι συνδυασμός της κυβερνητικής, δηλαδή των μεθόδων καθοδήγησης και της ψυχολογίας και συνδυασμένα οδηγεί στον μαζικό έλεγχο της ανθρώπινης συμπεριφοράς.
Έχει ξεκινήσει εδώ και δεκαετίες από γενετιστές ψυχίατρους και βιολόγους στις Ηνωμένες πολιτείες ως ένα είδος μεθοδολογίας πρόληψης και έλεγχου της βίας και αποτροπής εγκλημάτων, που είχε σαν στόχο την εγκατάλειψη της έννοιας της δικαιοσύνης που βασίζεται στην ενοχή και στην τιμωρία για να προωθηθεί η υιοθέτηση ενός «ιατρικού μοντέλου» το οποίο επικαλείται την «πρόληψη», τη «διάγνωση» και τη «θεραπεία» (Βλέπε τον Stuard Yudofsky).
Αναζητώντας βιολογικούς παράγοντες πίσω από την αιτιολογία της βίας αυτοί οι κύκλοι σχετίζοντας ενδεχομένως γενικώς τις ιδιότητες και την ιδισυγκρασία φύλου συνέδεσαν την ανδρική δραστηριότητα - περιγράφοντας τη ως «ανδρική επιθετικότητα» - με τα υψηλά επίπεδα τεστοστερόνης. Επιπροσθέτως κατηγόρησαν τους χαμηλούς καρδιακούς παλμούς ως δείγμα αντικοινωνικής συμπεριφοράς και τέλος συσχέτισαν τη μειωμένη σεροτονίνη ως τάση για βία.
Η ψυχοκυβερνητική μέθοδος με τα διαφημιζόμενα και επιβαλλόμενα άφυλα πρότυπα συμπεριφοράς στα εκπαιδευτικά ιδρύματα δεν θα μπορούσε να παράγει κάτι άλλο έχοντας ως “ετικέτα” την «καταπολέμηση της βίας» εκτός από κατά παραγγελία συμπεριφορές του μαθητικού κόσμου προγραμματισμένες με τεχνητές επεμβάσεις σε βιολογικό επίπεδο στην ιδιοσυγκρασία και τις ιδιότητες του φύλου.
Ο σκοπός διαφαίνεται να είναι η νομιμοποίηση πιθανότατα μαζικώς φαρμακευτικής χορήγησης ώστε να ρυθμίζεται κατά τις πολιτικοκοινωνικές και κοινωνιολογικές απαιτήσεις η μαθητική συμπεριφορά ως πρότυπο πολιτικής ορθότητας ακόμα και με φαρμακευτικά μέσα.